Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Γιατί εκκλησία σήμερα;



Η «θεσμική» παρουσία της Εκκλησίας στον κόσμο εισήλθε ήδη στην τρίτη χιλιετία της. Διαστέλλουμε τη «θεσμική» από την πνευματική, γιατί η δεύτερη ταυτίζεται με την ίδια τη δημιουργία του κόσμου. Γιατί το θέλημα του Θεού να αποκτήσει ο άνθρωπος την ανίκητη από τον θάνατο ζωή, την πραγματική ελευθερία, αποτελεί την αιτία της δημιουργίας του κόσμου. Γι’ αυτό άλλωστε μιλάμε για «κόσμο.» Δηλαδή για κόσμημα, που χαρίστηκε στον άνθρωπο ως δώρο από τον Θεό. Από την καθημερινή εμπειρία γνωρίζουμε ότι το δώρο εκφράζει αγάπη, δηλώνει σχέση εμπιστοσύνης και σεβασμού. Η Εκκλησία λοιπόν είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος αποτελεί χάρισμα αγάπης και έναυσμα για σχέση προσωπική με τον Δημιουργό Θεό.
Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος μπορεί να υπάρξει και χωρίς την Εκκλησία. Χωρίς τον τρόπο που τον καθιστά δώρο, κόσμημα. Είναι κι αυτή η δυνατότητα όμως χαρισμένη από τον Θεό. Με άλλα λόγια, ο Θεός έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γίνει όμοιός Του και να συμπαρασύρει σ’ αυτή την ομορφιά και την πραγματική ελευθερία ολόκληρο τον κόσμο. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει τη συγκατάθεση του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος διαθέτει πλήρη ελευθερία να επιλέξει μεταξύ της σχέσης του με τον Θεό και της απόρριψής της.
Από τη δημιουργία του κόσμου και εξής αυτό χαρακτηρίζει ουσιαστικά κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τις ελεύθερες επιλογές του, τις επιτυχίες και τα λάθη του, το είναι του, ο βαθύτερος εαυτός του κρίνεται από τη χρήση της ελευθερίας του όσο αφορά στο μεγάλο ζήτημα της ύπαρξης, ξεχασμένο ή όχι: την προσωπική σχέση με το κατεξοχήν πρόσωπο τον Θεό.
Ήδη λοιπόν δόθηκε σε αδρές γραμμές η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου: η Εκκλησία δεν αποτελεί ένα θρησκευτικό θεσμό, όπου ο άνθρωπος απαλλάσσεται από τις ενοχές του, καταπραΰνει τον πόνο του, αμοίβεται για τα καλά του έργα. Η Εκκλησία αποτελεί εκείνο τον τρόπο ύπαρξης όπου χαρίζεται η πραγματική ζωή, η ελευθερία, η ομορφιά, ο έρωτας. Είναι η σύναξη αυτών που επιλέγουν να αντλούν νόημα από την ανέκφραστη αγάπη του Δημιουργού. Εκείνος επιθυμώντας σφοδρά να ξανααποκτήσει σχέση προσωπική με το δημιούργημά του, δεν έγινε μόνο όμοιος με αυτό, για να σμικρύνει απλώς την απόσταση που τους χώριζε με ευθύνη του ανθρώπου. Έφτασε, λόγω του ανεπανάληπτου έρωτά του, στο σημείο να γευτεί και τελικά να νικήσει και την έσχατη συνέπεια της αρρώστιας του ανθρώπου: τον θάνατο.
Αυτή η αγαπητική «εκμηδένιση» του Θεού για χάρη του ανθρώπου, που ξεκινά με τη δημιουργία του κόσμου και κορυφώνεται με τη Γέννηση του Θεανθρώπου και την Ανάστασή Του, συγκρότησε την ημέρα της Πεντηκοστής την Εκκλησία. Προσανατολίζοντας ο άνθρωπος όλες του τις δυνάμεις στην κατά το δυνατό μίμηση αυτής της ζωής της θυσίας, προσεγγίζει την αληθινή ζωή, που δεν γνωρίζει θάνατο.
Αρκεί μια ουσιαστικότερη και βαθύτερη ματιά στην καθημερινότητα για να πειστούμε ότι η ζωή μαστίζεται από την ασχήμια της εξουσίας μας έναντι του άλλου, από την υποδούλωσή μας στις απαιτήσεις του εαυτού, από τον ανέραστο εγκλωβισμό στις πεποιθήσεις μας, από την αυτοπαράδοσή μας τελικά στον θάνατο. Γι’ αυτό υπάρχει η Εκκλησία. Για να μετάσχουμε σ’ αυτό τον τρόπο ζωής όπου κύριος δεν είναι η ταλαίπωρη αφεντιά μας αλλά ο άλλος. Και πρώτιστα εκείνος ο άλλος, στου οποίου την αγάπη οφείλουμε ακόμα και τη δυνατότητα να τον απορρίψουμε: ο κατεξοχήν άλλος, ο Χριστός.
Πίσω από κάθε αποτυχία, μιζέρια και ασυνεννοησία μεταξύ μας θέλουμε να κρύβεται ο άλλος, ο διπλανός. Του επιβάλλουμε το ρόλο του θύτη για να απεμπλακούμε από την ευθύνη, κι έτσι γεννιέται και τρέφεται η αρρώστια που θα οδηγήσει στον θάνατο. Σ’ αυτό τον τρόπο ζωής όπου ο άλλος ενσαρκώνει όλους τους φόβους μας και καταλήγει εχθρός μας, ο θάνατος δεν είναι μακριά. Είναι ήδη παρών. Αφού καθημερινά σκοτώνουμε στην καρδιά μας τον άλλο, που υποτίθεται πως φταίει για τη δική μας ανεπάρκεια, ο θάνατος υφίσταται και μένει απλώς η τελική πράξη της σωματικής ταφής. Η εξουθένωση του άλλου από τη μανία του εγωισμού μας, εξουθενώνει τελικά εμάς μέχρι θανάτου.
Το φθοροποιό αυτό πάθος όσο και να θέλουμε να το μετριάσουμε ή και να το εξαλείψουμε με την προσωπική μας καλλιέργεια, τα αλτρουιστικά μας αισθήματα, τον εθελοντισμό μας, τα ηθικά μας επιτεύγματα κ.ά., απλώς το καθιστούμε πιο δυνατό. Γιατί όλα αυτά δεν είναι παρά μια ακόμα ανακύκλωση του εαυτού μας, έστω και με αυτό το «φιλάνθρωπο» ή «κοινωνικό» προσωπείο. Πάλι ο εαυτός μας είναι το κέντρο απ’ όπου εκπορεύονται τα πάντα. Και ο εαυτός μας ακόμα και στην πιο ενεργό και κοινωνικοποιημένη του «έκδοση» τον ίδιο αναπαράγει.
Αυτές τις ψευδαισθήσεις που μπορούν κάλλιστα να είναι θρησκευτικές και άθεες θεραπεύει η Εκκλησία. Τόσο η αντίληψη ότι αιτία της κακοδαιμονίας μας είναι ο άλλος, όσο και ότι αυτή θεραπεύεται με την κοινωνική μας ενεργοποίηση και προσφορά, αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα για τον βαθύτερο σκοπό της ύπαρξης, που δεν μπορεί να εξαντλείται ούτε και στην πιο ανιδιοτελή του έκφραση. Το ερώτημα για το νόημα της ζωής απαντάται στην προσωπική σχέση. Γιατί η ίδια η ζωή είναι σχέση. Το ζήτημα είναι μέσα από ποια σχέση θα προσδιορίσει ο άνθρωπος τη ζωή του και η απάντηση της Εκκλησίας είναι στη σχέση με τον Χριστό.
Η σχέση αυτή, με την ελεύθερη συγκατάθεση και συνεργασία του ανθρώπου, είναι πιο πραγματική κι από την πιο στενή σχέση με οποιοδήποτε άνθρωπο. Γιατί θεμελιώνεται στο σώμα και το αίμα του Χριστού. Σ’ εκείνο το ίδιο κορμί, σε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση Του, που, ενωμένη με τη Θεία, γεννήθηκε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε και θα ξανάρθει.
Σ’ αυτή τη βρώση και πόση θεμελιώνεται η Εκκλησία. Η ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου σημαίνει την ανάληψη από μέρους του της προσπάθειας να μη χορτάσει με τίποτα από αυτά που προσφέρει ο κόσμος. Σημαίνει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε η πείνα του να ικανοποιείται μόνο στην αγάπη για τον Θεό, που θυσιάστηκε για χάρη του και στην αγάπη για τον διπλανό, που αποτελεί φανέρωση του Θεού. Όλη η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας με τη νηστεία, την προσευχή, τη μετάνοια κ.ά. στοχεύουν ακριβώς στην υπαρξιακή πείνα του ανθρώπου. Δεν έχουν σκοπό να μας κάνουν να νιώσουμε ηθικά επιτυχημένοι, χορτασμένοι, αλλά πεινασμένοι για τον Θεό. Να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά που μας χορταίνουν από τον κόσμο δεν αρκούν για την πραγματική αγάπη. Αφήνουν πολλά αποθέματα ψευδαισθήσεων στον εαυτό που είναι ανάγκη να ξεφορτωθούμε, για ορμήσουμε στο Θεό και τον πλησίον ελαφρύτεροι, συνεπώς και γρηγορότερα και πιο παθιασμένα. Και η μετοχή αυτή στη Θεία Ευχαριστία δεν αποτελεί ηθική επιβράβευση και τέρμα αλλά την αρχή για τη ζωή της θυσιαστικής αγάπης.
Η ζωή αυτή δεν αφορά τόσο στο παρόν όσο στο μέλλον. Αφορά στη Βασιλεία του Θεού που έρχεται και είναι ήδη παρούσα σε κάθε Θεία Λειτουργία. Στη Βασιλεία θα αποκαλυφθεί και θα πραγματοποιηθεί στην πληρότητά του ο σκοπός του κόσμου και του ανθρώπου. Ο Χριστός θα πάψει να αποτελεί μυστήριο και σκάνδαλο για τη «λογική», γιατί τότε θα φανερωθεί η κατεξοχήν λογική, η λογική της αγάπης, που σήμερα είτε είναι ξεχασμένη είτε καταντά συναισθηματισμός. Κάθε προσέγγιση αυτής της αλήθειας αποτελεί για την Εκκλησία πρόγευση του μέλλοντος.
Τα πάντα συνεπώς έχουν για την Εκκλησία άμεση σχέση με την αλήθεια. Η ζωή, η αγάπη, η ελευθερία, η ομορφιά, ο κόσμος, ο χρόνος. Όλα νοηματοδοτούνται από αυτή την αλήθεια, η οποία δεν είναι φιλοσοφική σύλληψη, ιδεολογικό κατασκεύασμα, ενάρετη πράξη. Είναι πρόσωπο. Το πρόσωπο του Χριστού που πεινά και διψά για σχέση με τον καθένα ξεχωριστά. Σχέση που πραγματοποιείται στο ίδιο Του το σώμα, την Εκκλησία. Εκεί όλα μεταμορφώνονται στην πραγματική τους διάσταση, όπως τα θέλει η αιώνια αγάπη του Θεού. Αυτό είναι το γεγονός. Η συνειδητοποίησή του από τον άνθρωπο είναι το ζητούμενο. Από ’δώ αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια των ανήσυχων. Εδώ σταματά και η «εγρήγορση» των εφησυχασμένων.
Γι’ αυτό Εκκλησία σήμερα. Γιατί μόλις πάψει η πρόκληση, η απορία, η αγωνία, το πάθος για την αλήθεια, ο άνθρωπος μεταβάλλεται σε περιφερόμενη α-νοησία με άγνωστη αλλά σίγουρη ημερομηνία λήξης.

Ανδρέας Γ. Βιτούλας
Θεολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Free Blog Counter
Poker Blog